αγκαθωτός

[агатотос] επ. колкий

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αγκαθωτός" в других словарях:

  • αγκαθωτός — ή, ό [αγκάθι] αυτός που έχει αγκάθια, αγκαθερός …   Dictionary of Greek

  • αγκαθωτός — ή, ό αυτός που έχει αγκάθια: Στο φράχτη είχαν βάλει και σύρμα αγκαθωτό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγκάθι — Όργανο του φυτού, αιχμηρό και σκληρό, που το προστατεύει από τους εχθρούς του, τα φυτοφάγα κυρίως ζώα, ενώ στα φυτά που ζουν σε θερμά και σκληρά κλίματα (κακτίδες, ευφορβιίδες κλπ.) ελαττώνει τη διαπνοή, περιορίζοντας την επιφάνεια. Προέρχεται… …   Dictionary of Greek

  • αγκαθιαστός — ή, ό [αγκαθιάζω] ο γεμάτος αγκάθια, αγκαθωτός, αγκαθερός …   Dictionary of Greek

  • αγκυλερός — ή, ό ο αγκαθωτός*. [ΕΤΥΜΟΛ. < aγκύλι + παραγ. κατάλ. ερός] …   Dictionary of Greek

  • ακανθωτός — ή, ό (Μ ἀκανθωτός, ή, ὸν) νεοελλ. και αγκαθωτός, ή, ό [ἄκανθα] αυτός που έχει αγκάθια, αγκαθερός, ακανθώδης …   Dictionary of Greek

  • ακανθόκορμος — ο 1. ο κορμός τής άκανθας 2. κορμός με αγκάθια, αγκαθωτός …   Dictionary of Greek

  • ακανθώδης — (acanthoessus). Γένος ψαριών των γλυκών και γλυφών νερών που έχει εκλείψει. Έζησε κατά τη δεβόνιο και πέρμιο περίοδο. Απολιθώματά του βρέθηκαν σε ψαμμιτικά υποστρώματα της Σκοτίας, του Καναδά και της Ρωσίας. Είχε μικρό κεφάλι και μακρύ σώμα που… …   Dictionary of Greek

  • ασπάλαθος — και ασπαλαθρός, ο και ασπάλαθο και σπάλαθο και σφάλαχτρο, το (AM ἀσπάλαθος, Α και ἀσφάλαθος) 1. ο αγκαθωτός θάμνος καλυκοτόμη η τριχωτή, που τον χρησιμοποιούν σε φράχτες στην αρχαιότητα χρησίμευε ως όργανο βασανισμού («εἷλκον παρὰ τὴν ὁδὸν ἐκτὸς… …   Dictionary of Greek

  • αχερδώδης — ἀχερδώδης, ες (Μ) [άχερδος] αγκαθωτός …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.